ἔμπρακτος

ἔμπρακτ-ος, ον,
A within one's power to do, practicable,

μαχανά Pi.P.3.62

: [comp] Comp.

-ότερος, κένωσις Philum.

ap. Orib.45.29.5, cf. Sor.2.9; Χρόνος ἔ. εἰς πάντα propitious, Heph.Astr.2.30, cf. Vett.Val.205.32, al.; ἐ. ῥητορική working rhetoric, Phld.Rh.1.10S., al.; also of persons, active, ἀνὴρ τὰ περὶ τὸν πόλεμον ἔ. D.S.13.102; τόλμαν ἔχειν ἔμπρακτον πρός τι ready for . . , ib.70; τὸ ἔ. vigour, of oratory, Longin.11.2. Adv. -τως actively, Plu.Sert.4; effectively, Phld.Lib.p.380., Archig. ap. Aët.12.1.
b holding office,

ἄρχοντες Cod.Just.1.2.24.1

.
2 ἔ. ἡμέρα day on which legal business may be transacted, POxy.1882.14 (vi A.D.).
II under bond to pay, = εἴσπρακτος, IG7.3171.54 (Orchom. [dialect] Boeot.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἔμπρακτος — within one s power to do masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έμπρακτος — η, ο (AM ἔμπρακτος, ον) Ι. νεοελλ. 1. αυτός που εκδηλώνεται στην πράξη («έμπρακτη αγάπη, φιλανθρωπία κ.λπ.») 2. (νομ.) «έμπρακτη μετάνοια» μετάνοια που εκδηλώνεται με αποζημίωση προς τον αδικημένο μσν. (νομ.) (για αξίωμα) αυτός που ασκείται αρχ.… …   Dictionary of Greek

  • έμπρακτος — η, ο επίρρ. α που εκδηλώνεται στην πράξη, που βεβαιώνεται από τα πράγματα: Έμπρακτη φιλανθρωπία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐμπρακτότερον — ἔμπρακτος within one s power to do adverbial comp ἔμπρακτος within one s power to do masc acc comp sg ἔμπρακτος within one s power to do neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμπράκτως — ἔμπρακτος within one s power to do adverbial ἔμπρακτος within one s power to do masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔμπρακτον — ἔμπρακτος within one s power to do masc/fem acc sg ἔμπρακτος within one s power to do neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμπρακτότερα — ἔμπρακτος within one s power to do neut nom/voc/acc comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμπράκτοις — ἔμπρακτος within one s power to do masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμπράκτου — ἔμπρακτος within one s power to do masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμπράκτους — ἔμπρακτος within one s power to do masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμπράκτων — ἔμπρακτος within one s power to do masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.